Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ο Υστερος Ημπεριαλισμος

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο Ιστορίας της κόρης μου (Γ' Γυμνασίου), πέφτει η ματιά μου σε δυο χάρτες της Ευρώπης. Ο ένας πριν από τον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο κι ο άλλος αμέσως μετά τις συνθήκες που επέβαλαν οι νικητές στους ηττημένους. Ο Πόλεμος ξεκίνησε σε μια ηπειρωτική Ευρώπη 15 κρατών και κατέληξε σε μια ήπειρο 25 κρατών. Διέλυσε τέσσερις αυτοκρατορίες - γερμανική, αυστροουγγρική, ρωσική και οθωμανική-, ανακατένειμε τις ζώνες αποικιοκρατικής επιρροής σε τρεις ηπείρους, τροφοδότησε πλήθος περιφερειακών διενέξεων και έβαλε τις βάσεις για το επόμενο παγκόσμιο μακελειό. Ο πόλεμος «γέννησε», βεβαίως, και το πείραμα του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, αλλά αποτέλεσε κυρίως ένα απεχθές ξέσπασμα του νέου ιμπεριαλισμού.
Στο σχολικό βιβλίο διατυπώνεται ένας στοιχειώδης ορισμός του ιμπεριαλισμού ως βασικής αιτίας του πολέμου («η πολιτική επέκτασης των βιομηχανικά αναπτυγμένων κρατών σε βάρος άλλων κρατών»),αλλά η φιλότιμη προσπάθεια των συγγραφέων δεν αφήνει περιθώρια στους εφήβους να συσχετίσουν τη ζοφερή ιστορική πείρα με όσα συμβαίνουν σήμερα.
Η σημερινή πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης προέκυψε από μιαν αντίστοιχη διεργασία κατακερματισμού και ανασύνθεσης, στην οποία πρωτοστάτησαν οι ίδιες «Μεγάλες Δυνάμεις» που πρωταγωνίστησαν στους δύο Παγκοσμίους πολέμους. Όμως, παρουσιάζεται στα μάτια των νέων ως προϊόν μιας γενικά αναίμακτης διαδικασίας. Σαν να μην μεσολάβησε η βίαιη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, σαν να σταμάτησε έστω και για ένα λεπτό ο ανταγωνισμός Δύσης και Ρωσίας των ολιγαρχών στο μετασοβιετικό τοπίο ή ως εάν η ουκρανική κρίση να είναι ένα αιφνιδιαστικό διάλειμμα στη μεταψυχροπολεμική μακρά ειρήνη.

Η ουκρανική κρίση είναι πρώτης τάξης αφορμή για να επανεξεταστεί η φύση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού και των φορέων του. Συμπυκνώνονται σ' αυτήν με ανατριχιαστική ακρίβεια πολλά από τα στοιχεία του ορισμού του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό (μονοπωλιακός καπιταλισμός, χρηματοπιστωτική κυριαρχία, ανταγωνισμός για νέες αγορές και πρώτες ύλες, σφαίρες οικονομικής επιρροής, ξαναμοίρασμα του κόσμου από τις διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις). Αλλά δεν αποκλείεται διόλου να συνυπάρξουν σ' αυτήν και στοιχεία των προγενέστερων «ιμπεριαλισμών», εφόσον η Ουκρανία εξελιχθεί σε πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης Δύσης - Ρωσίας, αναβίωσης του Ψυχρού Πολέμου και επαναχάραξης συνόρων.
Η ειρωνεία είναι ότι η «επιστροφή του ιμπεριαλισμού» στην καρδιά της Ευρώπης συντελείται τη ώρα πουο «φιλελεύθερος καπιταλισμός» έχει εδραιωθεί παγκόσμια. Κατά τους κορυφαίους μη μαρξιστές θεωρητικούς (Βέμπερ, Σουμπέτερ κ.ά.) που επιχειρηματολογούσαν λίγο πριν ή λίγο μετά τον Α' Πόλεμο, αυτός ο «καθαρός καπιταλισμός» είναι εκ φύσεως αντιιμπεριαλιστικός και εμπόδιο στον επεκτατισμό. Έκτοτε πολλά τους έχουν διαψεύσει παταγωδώς, αλλά το κορυφαίο είναι η ίδια η Ε.Ε.
Η Ε.Ε. συγκροτήθηκε διακηρύσσοντας ότι θα εξαλείψει τις ρίζες του επεκτατισμού και του πολεμικού ανταγωνισμού με δύο τρόπους: πρώτον, δημιουργώντας μια υπερκρατική ένωση και, δεύτερον, εξάγοντας τον «φιλελεύθερο καπιταλισμό» σε όλη την Ευρώπη. Σήμερα ο διπλός «θρίαμβός» της έχει απογειώσει αντί να αμβλύνει τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Έναν αιώνα μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρωπαϊκή - ευρωατλαντική- «ιμπεριαλιστική αλυσίδα» όχι μόνο μάχεται για να διευρύνει τη σφαίρα οικονομικής της επιρροής, αλλά επιβάλλει μια χαοτική γεωπολιτική μηχανική.
Πιθανότατα αυτή η «αλυσίδα», με τους δυνατούς και αδύναμους κρίκους της, θα υπήρχε και χωρίς την Ε.Ε. Αλλά έχει σημασία να ερευνηθεί ο ειδικός ρόλος της υπερεθνικής οντότητας που γοργά ολοκληρώνεται σαν κράτος, διαθέτει κυριαρχία και επιχειρεί να λειτουργήσει ως «συλλογικός καπιταλιστής» για λογαριασμό «εθνικών κεφαλαίων», τα οποία όμως χωρίζονται από ιλιγγιώδεις ανισότητες, διαφορές ισχύος και αντιθέσεις. Όπως καταδεικνύει η ουκρανική κρίση, μπορεί η Ε.Ε. να εμφανίζεται με ενιαία ρητορεία απέναντι στη Μόσχα, αλλά οι στοχεύσεις του ενεργειακά εξαρτημένου από τη Ρωσία γερμανικού ιμπεριαλισμού, του χρηματιστικά εκτεθειμένου στους Ρώσους ολιγάρχες βρετανικού ιμπεριαλισμού και του παγκοσμίως ασθμαίνοντος γαλλικού ιμπεριαλισμού απέχουν ή και συγκρούονται.
Θεωρητικά οι εξελίξεις αποτελούν προνομιακό πεδίο παρέμβασης της Αριστεράς. Η οποία, ωστόσο, περιδινείται γύρω από την ίδια σχεδόν ιδεολογική Βαβέλ που από πριν έναν αιώνα ωθούσε άλλα τμήματά της στον αντιμιλιταρισμό, άλλα στην «εθνική συσπείρωση» και άλλα στην αμηχανία. Αν και η σχετική συζήτηση είναι περιθωριακή σε σχέση με όσα αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη, ταυτόχρονα είναι αναπόφευκτη. Οι ασαφείς, παράλληλες απαντήσεις στο ερώτημα για το πώς ο «ύστερος ιμπεριαλισμός», με τα ποικίλα επίθετα μπροστά του, επηρεάζει την πάλη σε εθνικό ή πανευρωπαϊκό επίπεδο, δημιουργεί αδιέξοδες ταλαντεύσεις ανάμεσα στο εθνικό και στο ταξικό, τον αντιιμπεριαλισμό και τον αντικαπιταλισμό.
Απέναντι στην «ιμπεριαλιστική αλυσίδα» υπάρχει μια «ιδεολογική αλυσίδα» γεμάτη αδύναμους κρίκους που πρέπει να ενισχυθούν με μια στέρεη, επιστημονική έρευνα και συζήτηση. Δεν είναι πολυτέλεια ή αναχωρητισμός. Τα σημαντικότερα πράγματα που ξέρουμε για τον ιμπεριαλισμό γράφτηκαν πριν από έναν αιώνα από ανθρώπους που μοίραζαν τον χρόνο τους ανάμεσα στην έρευνα, το κυνηγητό της αστυνομίας και τα οδοφράγματα...
Απο την Ισκρα
Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014


Ουκρανία: στο δρόμο προς τον εφιάλτη!

Κατηγορία: Ουκρανία 

Tου Ανδρέα Παγιάτσου

 








Με ταχύτητα και σταθερά χτίζονται οι γραμμές του εθνικιστικού μίσους που θα διαχωρίσουν τις δύο βασικές εθνότητες που ζουν στην Ουκρανία, τους ουκρανόφωνους και τους ρωσόφωνους. Το μόνο στο οποίο μπορεί να ελπίζει κανείς είναι ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν θα περάσει μέσα από ένα αιματοκύλισμα όπως αυτό που είχαμε για παράδειγμα στα εδάφη της πρώην Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του ‘90 ή πιο πρόσφατα στη Λιβύη και τη Συρία. Οι κίνδυνοι για κάτι τέτοιο είναι πραγματικοί, με δεδομένο τον κεντρικό ρόλο που παίζουν ακροδεξιές και φασιστικές δυνάμεις στη νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας αλλά και της βεβαιότητας ότι ο ρωσικός καπιταλισμός δεν πρόκειται να αφήσει την Ουκρανία να περάσει στο στρατόπεδο της «Δύσης» - της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, χωρίς να δώσει σκληρή μάχη με όλα τα μέσα.

Ναι στην αυτοδιάθεση στην Κριμαία, όχι στο ρωσικό εθνικισμό

6.000 ρωσικά στρατεύματα βρίσκονται ήδη στην Κριμαία, η οποία, όπως όλα δείχνουν, θα αποσπασθεί από την Ουκρανία στο σχετικό δημοψήφισμα στα τέλη του μήνα. Οι εργαζόμενοι στην Κριμαία έχουν κάθε δικαίωμα να αποφασίσουν για το μέλλον τους – αυτοί και μόνο αυτοί – εφαρμόζοντας το δικαίωμά τους στην Αυτοδιάθεση.

Το θέμα όμως δεν περιορίζεται στην Κριμαία, των 2.000.000 κατοίκων, όπου οι ρωσόφωνοι αποτελούν πλειοψηφία, αλλά σε όλη την ανατολική και νότια Ουκρανία όπου υπάρχει πολύ σημαντική παρουσία ρωσικού στοιχείου αλλά δεν αποτελεί την πλειοψηφία.

Για την «υπεράσπιση», υποτίθεται, των δικαιωμάτων των Ρωσόφωνων, η Ρωσία έχει ήδη συγκεντρώσει περίπου 130.000 στρατιώτες στα σύνορα με την Ουκρανία.

Εγκληματική πολιτική ΕΕ και ΗΠΑ

Όλα δείχνουν ότι η Δύση, δηλαδή η ΕΕ και οι ΗΠΑ, υποτίμησαν την έκταση των αντιδράσεων του Πούτιν. Θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να επαναλάβουν, εύκολα και απλά, την προ δεκαετίας «πορτοκαλί επανάσταση» ενθαρρύνοντας και χρηματοδοτώντας τους εκπροσώπους/συνεταίρους τους στην ουκρανική πολιτική σκηνή. Τώρα είναι αντιμέτωποι με μια κατάσταση την οποία δεν μπορούν ουσιαστικά να διαχειριστούν, καθώς ανακαλύπτουν ότι χτίζεται ένα νέο «τείχος» που θα διαιρέσει την Ουκρανία, με τα πιο πλούσια, βιομηχανικά τμήματα της να κινδυνεύουν να περάσουν  στην «ρωσική πλευρά». Την ίδια στιγμή, με δική τους ευθύνη, άφησαν ελεύθερο πεδίο δράσης στους φασίστες οι οποίοι αυτή τη στιγμή λύνουν και δένουν.

Κορυφαίες οι ευθύνες της Μέρκελ η οποία ελάχιστες μόνο μέρες πριν την πτώση του Γιανουκόβιτς, συναντούσε τους ηγέτες της αντιπολίτευσης στο Βερολίνο και τους έδινε το «οκ» να συνεχίσουν για να τον ρίξουν!

Καμία υποστήριξη σε Γιανουκόβιτς

Οι εγκληματικές όμως ευθύνες της ΕΕ και των ΗΠΑ δεν επιτρέπουν κανενός είδους συμπάθεια ή υποστήριξη ούτε  προς τον Γιανουκόβιτς, ούτε προς τον Πούτιν. Η σύγκρουση ανάμεσα σε όλους αυτούς δεν έχει καμία σχέση ούτε με τις ανάγκες ούτε με τα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων της Ουκρανίας, είτε αυτοί είναι ρωσόφωνοι, είτε ουκρανόφωνοι είτε Τάταροι είτε οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας.

Ο μέχρι πρόσφατα πρόεδρος, Γιανούκοβιτς, δεν είναι κάποιο «παιδί της εργατικής τάξης», ούτε είχε καμιά σχέση με την Αριστερά. Ήταν ένας καπιταλιστής ο ίδιος, με τεράστιες προσωπικές καταθέσεις στο εξωτερικό και εκπρόσωπος του τμήματος εκείνου του ουκρανικού κεφαλαίου το οποίο θεωρεί ότι τα συμφέροντα του εξυπηρετούνται καλύτερα μέσα από την ανάπτυξη σχέσεων με την Ρωσία παρά με την ΕΕ. Το καθεστώς του ήταν διεφθαρμένο και αυταρχικό όπως είναι το «νέο» καθεστώς που τον αντικατέστησε και όπως είναι όλα τα καθεστώτα της περιοχής.

Κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι «απέναντι στον Γιανούκοβιτς (και τον Πούτιν) είναι οι φασίστες» και γι’ αυτό θα πρέπει να υποστηριχτούν. Πρόκειται για υπεραπλουστευμένη προσέγγιση. Γιατί είναι οι πολιτικές του Γιανουκόβιτς που επέτρεψαν στο φασισμό να ριζώσει και να θεριέψει. Τυχόν στήριξη σ’ αυτόν, δεν βοηθά την πάλη ενάντια στο φασισμό, βοηθά μόνο τους ίδιους τους φασίστες, οι οποίοι θα μπορούν να το παίζουν αντισυστημικοί. Είναι σαν να λέμε, χρησιμοποιώντας την αναλογία της Ελλάδας, ότι για να αντιμετωπίσουμε τη Χρυσή Αυγή πρέπει να υποστηρίξουμε τον Σαμαρά – και βέβαια ο Γιανουκόβιτς είναι ακόμα χειρότερος κι από τον Σαμαρά, αφού τα πράγματα στην Ουκρανία ήταν και είναι πιο σκληρά και πιο βάρβαρα απ’ ότι εδώ.

Oύτε και σε Πούτιν

Η Ρωσία, επίσης, δεν είναι κάποιο «εργατικό» ή «σοσιαλιστικό» κράτος. Είναι ένα στυγνό καπιταλιστικό καθεστώς, εξαιρετικά αυταρχικό, το οποίο αφήνει ελεύθερους τους Ρώσους Ναζί να δρουν, αλλά καταστέλλει τους εργατικούς, ταξικούς και κοινωνικούς αγώνες.  Η Ρωσία είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη. Μπορεί να είναι μια δεύτερης γραμμής ιμπεριαλιστική δύναμη, αν συγκριθεί με τις ΗΠΑ, αλλά παραμένει εξαιρετικά ισχυρή στον χώρο που την περιβάλλει, αυτόν της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Το ενδιαφέρον της Ρωσίας για τους «ρωσικούς πληθυσμούς» που ζουν στην Ουκρανία, δεν είναι τίποτε άλλο από το ενδιαφέρον της για τα μεταλλεύματα, τη βιομηχανία και τις οικονομικές της σχέσεις με αυτήν.

Ο εθνικισμός, εχθρός του εργατικού κινήματος

Από τη σύγκρουση ανάμεσα στο ρωσικό καθεστώς και το ουκρανικό καθεστώς τα εργατικά και λαϊκά στρώματα της Ουκρανίας δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα, παρά μόνο να χάσουν.

Γιατί, αντί να βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια και τις αιτίες που την δημιουργούν, διαχωρίζονται στην βάση των γλωσσικών και εθνικών διαφορών και στρέφονται το ένα κομμάτι ενάντια στο άλλο. Κερδισμένος μέσα από τις υπάρχουσες εξελίξεις θα είναι ο εθνικισμός.

Αυτά, τη στιγμή που στην Ουκρανία βασιλεύει η φτώχεια και εξαθλίωση με το μέσο μισθό να βρίσκεται στα 250 € τον μήνα!

Αυτή η κρίση, η φτώχεια και η εξαθλίωση θα έπρεπε να είναι οι παράγοντες που ενοποιούν τους Ουκρανούς εργαζόμενους ενάντια στους υπεύθυνους για τη φτώχεια τους: δηλαδή τους ντόπιους καπιταλιστές και τους ιμπεριαλιστές, σε Δύση και Ανατολή. Αντί γι' αυτό όμως, η κρίση αποτελεί το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το μίσος και η διαίρεση πάνω σε εθνικές γραμμές, με την απειλή του πολέμου να επικρέμεται.

Η άρχουσα τάξη και οι φασίστες παίζουν «μονότερμα»

Αιτία γι' αυτό είναι η ανυπαρξία μιας ταξικής αριστερής πολιτικής, ενός ταξικού αριστερού φορέα στην υπηρεσία των εργαζομένων στην Ουκρανία.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας, το μόνο με μαζική παρουσία και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στον χώρο της Αριστεράς, ακολούθησε μια εγκληματική πολιτική (διαβάστε σχετικά εδώ). Έτσι η εξέγερση της ουκρανικής νεολαίας δεν μπορούσε να κατευθυνθεί προς τα αριστερά, αφήνοντας εντελώς ελεύθερο πεδίο δράσης στους φασίστες.

Στην πραγματικότητα το κίνημα της πλατείας Μαϊντάν στο Κίεβο, ξεκίνησε τον περασμένο Νοέμβρη χαλαρά και «χαζοχαρούμενα» σαν «πανηγύρι», και πήρε μαζικές και εκρηκτικές διαστάσεις όταν το καθεστώς Γιανουκόβιτς επιχείρησε τη βίαιη καταστολή του.

Το ΚΚ Ουκρανίας, αντί να επιχειρήσει να δώσει αριστερή τροπή στο κίνημα αυτό (όπως, για παράδειγμα, είχαμε κάνει πολλές αριστερές οργανώσεις στο ελληνικό κίνημα των πλατειών κι έτσι μπορέσαμε τότε να περιθωριοποιήσουμε τη Χρυσή Αυγή που επίσης παρέμβαινε) το κατάγγειλε, και υπερθεμάτισε στην καταστολή του από τον Γιαννουκόβιτς.

Ελλάδα – ο κίνδυνος του «φιλο-ρωσισμού»

Στην Ελλάδα βρισκόμαστε ήδη στην αρχή της ανάπτυξης φιλο-ρωσικών αισθημάτων ακόμη και μέσα στις γραμμές της Αριστεράς. Αυτές οι διαθέσεις εντείνονται από το γεγονός ότι ο «ρωσικός παράγοντας» εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ντυμένος με τον αντι-φασιστικό μανδύα.

Πρόκειται για τραγικό λάθος. Η Αριστερά πρέπει να προτείνει τη δική της απάντηση στην κρίση. Αυτή δεν είναι άλλη από την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, ενάντια στους φασίστες, ενάντια στην ουκρανική άρχουσα τάξη, στη ρωσική άρχουσα τάξη και την παρέμβαση των Ευρωπαίων και Αμερικανών ιμπεριαλιστών.

Η απάντηση της Αριστεράς πρέπει να είναι διεθνιστική, πρέπει να ενώνει τους Ουκρανούς με τους Ρώσους εργαζόμενους, για την αντιμετώπιση των επιθέσεων ενάντια στο βιοτικό επίπεδο και τα δικαιώματα και με στόχο τον πραγματικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Δηλαδή τη λαϊκή εξουσία στη βάση της πλατιάς εργατικής δημοκρατίας – στη βάση της ελευθερίας έκφρασης, οργάνωσης και πολυκομματισμού, κι όχι βέβαια στο πρότυπο των βάρβαρων μονοκομματικών δικτατοριών που κυριαρχούσαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη.
- See more at: http://www.xekinima.org/arthra/view/article/oykrania-sto-dromo-pros-ton-efialti/#sthash.Bup1fkFY.dpuf


Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σχετικά με την αποτυχία των συζητήσεων για την «Συμπόρευση»

Σχετικά με την αποτυχία των συζητήσεων για την «Συμπόρευση»

Κατηγορία: ΑΝΤΑΡΣΥΑΔιάλογοι/Αντίλογοι 
 
Σχόλιο του «Ξ»


Μετά από πάρα πολλούς μήνες συναντήσεων, διαβουλεύσεων και διεργασιών ανάμεσα στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του Σχεδίου Β και άλλων συλλογικοτήτων στην Αριστερά, για τη λεγόμενη «Συμπόρευση», το εγχείρημα κατέληξε σε αδιέξοδο.

Την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν περάσει πάνω από 2 εβδομάδες από τις 16/2, όταν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το Σχέδιο Β ενέκριναν, σε πανελλαδικές συσκέψεις τους, δυο… διαφορετικά κείμενα ως βάση για την συνεργασία τους.

Το «εκπληκτικό» είναι ότι πρόκειται για δυο διαφορετικά κείμενα μεν, αλλά που για να καταλάβει κανείς ότι είναι διαφορετικά πρέπει να τα διαβάσει 2-3 φορές κι αυτό με μεγάλη συγκέντρωση! Η διαφορά που αποτέλεσε και την αιτία της «ρήξης» είναι στο πόσο εμφατικά μπαίνει η θέση για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση – τη στιγμή που και τα δύο κείμενα τοποθετούνται με καθαρό τρόπο υπέρ της εξόδου από αυτήν!

Είναι φανερό κατά τη γνώμη μας πως υπάρχουν (ή κυριαρχούν) δυνάμεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ που μπερδεύουν το «ενιαίο μέτωπο» (δηλαδή τη συνεργασία) με το «ενιαίο κόμμα». Γιατί η πλήρης προσχώρηση στο πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σαν αυτή που θέτουν ως προϋπόθεση για συνεργασία οι προαναφερόμενες δυνάμεις, δεν είναι στην πραγματικότητα συνεργασία, είναι κάλεσμα για να ενταχθεί όποιος επιθυμεί στην ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η έννοια της «Συμπόρευσης», δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να σημαίνει τίποτε άλλο παρά συνεργασία. Οι συνεργασίες δεν γίνονται με απαραίτητο όρο την ομοφωνία σε ολοκληρωμένα πολιτικά προγράμματα, αλλά στη βάση ενός αριθμού κοινών σημείων συμφωνίας. Αν τα δύο μέρη, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Σχέδιο Β, δεν συζητούσαν συνεργασία αλλά ενοποίηση σε κοινό πολιτικό φορέα της Αριστεράς, όφειλαν να το πουν καθαρά και δημόσια, και βέβαια δεν θα έπρεπε να μιλούν για «συμπόρευση» αλλά για ενοποίηση.  

Κατά την διάρκεια της συζήτησης υπήρξαν δυνάμεις που ξεκαθάρισαν από την αρχή πως δεν επιθυμούν αυτή την συνεργασία (ΣΕΚ, ΟΚΔΕ Σπάρτακος). Με μια έννοια αυτές οι δυνάμεις ήταν συνεπείς, αλλά ήταν συνεπείς με τον σεκταρισμό τους. Ποια είναι η λογική βάση πάνω στην οποία μπορεί κάποιος να αρνηθεί μια συνεργασία (γιατί, ξανά, μιλάμε για συνεργασία κι όχι για ενιαίο κόμμα) ή μία συμπόρευση ανάμεσα στο Σχέδιο Β του Αλέκου Αλαβάνου και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Το ΝΑΡ από την άλλη, ήταν γνωστό σε όλους ότι διαφωνούσε με τη «συμπόρευση» με το Σχέδιο Β, αλλά δεν το έλεγε καθαρά και δημόσια. Η γνώμη μας είναι ότι όταν μια πολιτική οργάνωση δεν επιθυμεί μια συνεργασία οφείλει να το δηλώνει με θάρρος, να εξηγεί τις αιτίες και να παίρνει την ευθύνη γι’ αυτό.

Σε κάθε περίπτωση είναι εντυπωσιακό πως σε κανένα από τα δυο κείμενα τα οποία προκάλεσαν τόση συζήτηση δεν υπάρχει σαφής αναφορά στη σοσιαλιστική προοπτική. Η λέξη «σοσιαλισμός» αναφέρεται σε 1-2 σημεία, όμως αυτό γίνεται σχεδόν παρεμπιπτόντως. Το ζήτημα της σοσιαλιστικής προοπτικής ούτε είναι κεντρικό, ούτε αποτέλεσε ζήτημα διαμάχης. Είναι όμως γνωστό, σε όσους παρακολουθούν το χώρο, ότι στο Σχέδιο Β υπάρχει ξεκάθαρα αρνητική τοποθέτηση στη σοσιαλιστική προοπτική, και πρώτα και κύρια από τον ίδιο τον Αλέκο Αλαβάνο. Ο Α. Αλαβάνος αναζητά λύσεις στην κρίση μέσα στα πλαίσια του συστήματος, θεωρώντας «ξύλινη γλώσσα» τις όποιες αναφορές στην ανατροπή του καπιταλισμού, τις εθνικοποιήσεις και τον σοσιαλισμό. Επιζητά στην ουσία Κεϊνσιανικού τύπου απαντήσεις, στα πλαίσια του εθνικού κράτους και της διεθνούς οικονομίας αλλά εκτός ευρώ και ΕΕ.

Εδώ έχουμε μια σημαντική διαφορά, η οποία θα αποτελούσε πραγματικό εμπόδιο στην περίπτωση που γινόταν προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ενιαίου πολιτικού φορέα, αλλά που δεν θα έπρεπε να αποτελεί εμπόδιο στην προσπάθεια μιας συνεργασίας (συμπόρευσης). Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραμερίζουν αυτό το σημείο και επιλέγουν να δώσουν πολιτική μάχη για το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ! Γιατί;

Η δική μας η απάντηση είναι ότι όσο κι αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μιλά με «επαναστατικούς» όρους και συχνά στις γραμμές της υιοθετεί και τον όρο «μεταβατικό πρόγραμμα», το οποίο εξ ορισμού σημαίνει τη γέφυρα ανάμεσα στη σημερινή καπιταλιστική κρίση και την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό, στην πραγματικότητα δεν έχει καθαρή πρόταση για το πώς θα επιχειρηθεί αυτή η μετάβαση. Σαν αποτέλεσμα απλά αναφέρει το σοσιαλισμό χωρίς όμως να δίνει τη μάχη πάνω σ’ αυτό. Δίνει τη μάχη πάνω στο θέμα της ΕΕ που αποτελεί κάτι πιο «χειροπιαστό». Αλλά την δίνει τραβώντας τις διαφορές στην έμφαση από τα μαλλιά σε βαθμό εντελώς υπερβολικό!

Τη λύση στην καταστροφική κρίση που ζει η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να τη δώσει παρά μόνο η σοσιαλιστική προοπτική. Η έξοδος από το € και την ΕΕ δεν μπορεί και δεν πρόκειται από μόνη της να δώσει διέξοδο από την κρίση. Αν υπήρχε κάτι στο οποίο θα έπρεπε να επιμένει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σαν μια δύναμη που επιδιώκει επαναστατικές  ανατροπές, θα ήταν ακριβώς αυτό: ότι η έξοδος από το € και την ΕΕ, από μόνη της, δεν θα λύσει τα προβλήματα της κρίσης.

Τι είναι αυτό που έφερε κοντά, σε μια κοινή αναζήτηση, την ηγεσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του Σχεδίου Β, παρότι τελικά η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε; Είναι η αντίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ. Η προσπάθεια να υπάρξει ένα αντίπαλο δέος, ένας πόλος που να μπορεί να αντιμετωπίσει την «πίεση» που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Από εδώ ξεκινά όμως το λάθος. Ασφαλώς το να υπάρξει ένας μαζικός επαναστατικός πόλος στην αριστερά πρέπει να αποτελεί στόχο, τον κεντρικό και πιο σημαντικό στόχο, στρατηγικό στόχο, της επαναστατικής αριστεράς! Όμως η επιτυχία αυτού του στόχου δεν περνά μέσα από ένα στείρο ανταγωνισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ. Στην φάση που διανύουμε σήμερα, μάλιστα, περνά μέσα από μια ενιαιομετωπική προσέγγιση προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή την προσπάθεια να συναντηθούν οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς με τις μαχητικές δυνάμεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα το οποίο απαιτεί συνεργασίες σε όλα τα επίπεδα – κοινωνικό, κινηματικό, εργασιακό, εκλογικό.

Μέσα από το δρόμο του «ενιαιο-μετωπικού» καλέσματος προς το σύνολο των κομμάτων της Αριστεράς, είναι που θα γίνει δυνατό να κτιστούν οι δυνάμεις της μαζικής επαναστατικής αριστεράς, κι όχι μέσα από το δρόμο της με κάθε τρόπο διατυμπάνισης της «επαναστατικής καθαρότητας» και του απομονωτισμού.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι έτοιμη σ’ αυτή τη φάση να ανταποκριθεί σ’ αυτό το καθήκον. Όταν η γραμμή που κυριαρχεί είναι:
  • καμία συνεργασία, ούτε με το ΚΚΕ, ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε καν με αντιπολιτευτικά ρεύματα στον ΣΥΡΙΖΑ
  • και η απαίτηση για πλήρη συμφωνία σε ένα μάξιμουμ «επαναστατικό» πρόγραμμα για να υπάρξει οποιαδήποτε συνεργασία
τότε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ή καλύτερα οι δυνάμεις που κυριαρχούν σ’ αυτήν) όχι μόνο δεν πετυχαίνει τη δημιουργία του μαζικού επαναστατικού πόλου που διακηρύττει, αλλά καταστρέφει κάθε δυνατότητα για κάτι τέτοιο.

- See more at: http://www.xekinima.org/arthra/view/article/sxetika-me-tin-apotyxia-ton-syzitiseon-gia-tin-sympor/#sthash.fRCMaD0a.dpuf

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ο Αβέρωφ Το ELA και το Ακελ


Η εισήγηση του Αβέρωφ Νεόφυτου ότι η κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να κινηθεί νομικά εναντία στην Ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα και τον διοικητή της για το ζήτημα του ELA,που φόρτωσαν στην Λαϊκή, αποτελεί μια προσπάθεια να ρίξει σταχτή στα μάτια του κόσμου .Γιατί αυτοί(οι της ΕΕ) είναι οι φίλοι και συνεργάτες τους,Και γιατί είναι με την δίκη τους (του ΔΗ.ΣΥ) στήριξη που φόρτωσαν τον κυπριακό Λαό με δισεκατομμύρια χρέη για να σωθούν οι τράπεζες.Αυτό όμως είναι  ένα μάθημα και για την ηγεσία του Ακελ που αρνείται να αγγίξει το ζήτημα του πως ξαφνικά οι κύπριοι εργαζόμενοι βρεθήκαν να χρωστούν δισεκατομμύρια που ποτέ δεν δανειστήκαν και ούτω τα εγγόνια τους δεν μπορούν να ξεπληρώσουν και να προτείνει άρνηση πληρωμής αυτών των χρεών.Αφήνει έτσι το έδαφος ελεύθερο στον Αβέρωφ να κάνει τις μανούβρες του και να κερδίζει έδαφος. Αποδεικνύεται έτσι ακόμα μια φορά πως η ηγεσία του Ακελ ούτε στην εξουσία είχε τις θέσεις και την δυνατότητα να υπερασπίσει τα συμφέροντα των εργαζομένων και της κοινωνίας άλλα ούτε και στην αντιπολίτευση τα έχει.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Κι έτσι η «φούσκα» συνεχίζει να μεγαλώνει....




Κι έτσι η «φούσκα» συνεχίζει να μεγαλώνει....
Κατηγορία: Οικονομική Κρίση 
 
 
 
 
του Χάρη Σαββίδη

 
Τι κι αν η Ευρωζώνη βρίσκεται σε ύφεση επί έξι διαδοχικά τρίμηνα! Οι δείκτες στα χρηματιστήρια οδεύουν ολοταχώς προς τα υψηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Τι κι αν η αμερικανική οικονομία αδυνατεί να σταθεροποιηθεί σε τροχιά ανάκαμψης. Οι δείκτες στη Wall Street «πετούν» καθημερινά από ρεκόρ σε ρεκόρ. Τι κι αν το ιαπωνικό ΑΕΠ δεν έχει καταφέρει να επιστρέψει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν την παγκόσμια κρίση. Ο δείκτης Nikkei καταγράφει κέρδη 85% το τελευταίο εξάμηνο.
 
Τα χρηματιστήρια δείχνουν να έχουν αποσυνδεθεί πλήρως από την πραγματική οικονομία με αποκλειστική ευθύνη των κεντρικών τραπεζών. Σε Ιαπωνία, ΗΠΑ και Βρετανία ο ρυθμός εκτύπωσης χρήματος αυξάνεται διαρκώς, προσφέροντας στις αγορές αφειδώς ρευστότητα. Τα κεφάλαια αυτά τροφοδοτούν το ράλι στα χρηματιστήρια αλλά και ενισχύουν τις τιμές των ομολόγων, μειώνοντας το κόστος δανεισμού των κρατών. Στις ΗΠΑ το κόστος 10ετούς δανεισμού βρέθηκε κάτω και από το 1,5% ενώ στην Ιαπωνία υποχώρησε ακόμα και στο 0,45%.
 
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι η μόνη που δεν τυπώνει χρήμα, αν και οι οικονομίες της Ευρωζώνης βρίσκονται ακόμα σε ύφεση. Το τελευταίο διάστημα φάνηκε, όμως, ότι αρκεί να τυπώνονται γεν στην άλλη όχθη του πλανήτη για να υποχωρήσει το κόστος δανεισμού στον ευρωπαϊκό Νότο. Ιταλία και Ισπανία δανείζονται πλέον με επιτόκια αντίστοιχα εκείνων πριν την κρίση ενώ στη Γαλλία το κόστος δανεισμού έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες. Ακόμα και η Πορτογαλία ή η Ελλάδα αν επέστρεφαν σήμερα στις αγορές και δανείζονταν με τα επιτόκια που αντιστοιχούν στις σημερινές τιμές των ομολόγων τους, θα εξυπηρετούσαν το χρέος τους περίπου με το κόστος που το έκαναν πριν την κρίση. Οι επενδυτές αναζητούν ευκαιρίες ακόμα και στην Αφρική – στις αρχές Μαΐου το κόστος 10ετούς δανεισμού της Ρουάντας υποχώρησε κάτω από το 7%!
 
Για την πραγματική οικονομία, όμως, η εκτύπωση χρήματος λίγα έχει καταφέρει. Η διατήρηση του κόστους δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα είναι μια θετική συνέπεια, στο βαθμό που δεν επιβαρύνει περαιτέρω τα υπερχρεωμένα κράτη. Ακόμα και αυτή, βέβαια, δεν ισχύει για την Ευρωζώνη, όπου οι κυβερνήσεις επιμένουν έτσι κι αλλιώς στις καταστροφικές πολιτικές λιτότητας. Αν το χρήμα που τυπώνεται κατέληγε στα νοικοκυριά ή έστω τις επιχειρήσεις, οι οικονομίες θα «έπαιρναν μπρος». Αντί γι’ αυτό, παγιδεύεται στο χρηματοοικονομικό σύστημα και τις τράπεζες – τους μεγάλους ωφελημένους της ακολουθούμενης πολιτικής.
 
Φαίνεται, μάλιστα, να μην υπάρχουν αρνητικές συνέπειες από την επιλογή των κεντρικών τραπεζών. Θεωρητικά η εκτύπωση χρήματος απειλεί να ευτελίσει την αξία του, δηλαδή να προκαλέσει υψηλό πληθωρισμό. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή υπάρχει πολύ χρήμα στην οικονομία, είτε επειδή οι αλλοδαποί επενδυτές αποφεύγουν ένα νόμισμα που τυπώνεται μαζικά. Στην παρούσα φάση, όμως, το χρήμα που τυπώνεται δεν καταλήγει στην πραγματική οικονομία και άρα δεν δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις. Όσο για τις υποτιμητικές πιέσεις στο νόμισμα, αυτές δεν υπάρχουν καθώς σχεδόν όλες οι μεγάλες οικονομίες τυπώνουν (π.χ. γιατί να διολισθήσει το δολάριο έναντι του γεν ή της λίρας) ενώ πάνω από την Ευρωζώνη (που δεν τυπώνει) υπάρχει ο κίνδυνος της διάλυσης.
 
Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να συνεχίσουν, δηλαδή, να τυπώνουν χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα και άρα η «φούσκα» στις αγορές θα συνεχίζει να μεγαλώνει για πάντα. Προφανώς και αυτό ακούγεται παράλογο – καμία φούσκα δεν μπορεί να μεγαλώνει για πάντα, ούτε οι αγορές είναι δυνατόν να αποκλίνουν όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα.
 
Οι περισσότεροι αναλυτές των αγορών παραδέχονται ότι όλα θα τελειώσουν με ένα… τεράστιο «μπαμ» αλλά προτρέπουν τους επενδυτές να συνεχίσουν να επωφελούνται της τρέχουσας κατάστασης όσο αυτή ισχύει.
 
Προς το παρόν η μόνη συνέπεια που φαίνεται να υπάρχει είναι μια αυξανόμενη νευρικότητα στις αγορές, που το τελευταίο διάστημα συνεχίζουν μεν την ανοδική τους πορεία αλλά αντιδρούν έντονα σε γεγονότα που φαινομενικά δεν έχουν μεγάλη σημασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα πολύτιμα μέταλλα, που ενώ παραδοσιακά είναι από τα ασφαλέστερα καταφύγια, τελευταία έχουν εξελιχθεί σε στοίχημα υψηλού ρίσκου και… μεταβλητότητας στην τιμή (απώλειες 15% σε δύο ημέρες ή βουτιά 10% που ακολουθείται από κέρδη 12% και μετά υποχώρηση 5% μέσα σε μία ημέρα).
 
Εκείνο που απασχολεί περισσότερο από όλα τους «επενδυτές» είναι, βέβαια, η συνέχιση της εκτύπωσης χρήματος. Η παραμικρή νύξη από αρμόδια χείλη ότι μπορεί έστω να περιοριστεί προκαλεί πανικό στις αγορές. Μόλις αυτό συμβαίνει, οι εκπρόσωποι των κεντρικών τραπεζών σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι η εκτύπωση θα συνεχιστεί για όσο χρειαστεί. Και έτσι η «φούσκα» συνεχίζει να μεγαλώνει…
ΞΕΚΙΝΗΜΑ - Σοσιαλιστική Διεθνιστική Οργάνωση

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Είναι ο Λιλλήκας εναλλακτική απάντηση στην κρίση;


Είναι ο Λιλλήκας εναλλακτική απάντηση στην κρίση;

του Παναγιώτη Σολωμού
Ο Γιώργος Λιλλήκας έχοντας φτάσει πολύ κοντά στο να περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών και νιώθοντας την αγανάχτηση των εργαζομένων και της κοινωνίας απέναντι στα καταστροφικά αποτελέσματα του μνημονίου φιλοδοξεί να ηγηθεί ενός αντιμνημονιακού μετώπου που θα εκφράζει το «κέντρο» και όχι μόνο. Προς αυτή την κατεύθυνση υποστηρίζει ότι η «Συμμαχία πολιτών», η πολιτική κίνηση που έχει προκηρύξει πρόσφατα την ίδρυση της, θα είναι πάνω από ιδεολογίες. Συγκεκριμένα διακηρύσσει ότι: “Η Συμμαχία Πολιτών δεν θα έχει ιδεολογικό χαρακτήρα αλλά κινείται πέραν και έξω από τα παραδοσιακά ιδεολογικά σχήματα. Θα τοποθετείται επί όλων των προβλημάτων που απασχολούν την κοινωνία με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του τόπου και όχι μιας ιδεολογίας.”Τι σημαίνει όμως περάν από τις παραδοσιακές ιδεολογίες;
Ζούμε σε ένα καπιταλιστικό σύστημα όπου το προσωπικό κέρδος και η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι η κινητήρια δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας. Αύτη είναι η ιδεολογία της δεξιάς και του κέντρου, που εκπροσωπούν το κεφάλαιο. Αυτή την ιδεολογία ασπάζεται ο Λιλλήκας και αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να θολώσει τα νερά για να εκμεταλλευτεί τους απογοητευμένους ΔΗΚΟικούς, ΑΚΕΛικούς, ΕΥΡΩΚΟικούς εργαζόμενους και μικροεπιχειρηματίες.
Ότι ο ίδιος τοποθετείται υπέρ του υπάρχοντος πολιτικοοικονομικού συστήματος, φαίνεται τόσο από το παρελθόν του, αφού μέσα από αυτό το σύστημα έχει καταφέρει να γίνει εκατομμυριούχος, όσο και από τις προτάσεις του για απαλλαγή από το μνημόνιο και την Τρόικα. Η κρίση που κτυπά τον κυπριακό λαό είναι αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού για την όποια ο Γιωργός Λιλλήκας και η συμμαχία πολιτών δεν λένε τίποτε. Αναφέρουν μόνο ότι έπρεπε η προηγούμενη κυβέρνηση να προστάτευε την οικονομία από την κρίση, λές και σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, γίνεται ένα κομμάτι του να μην επηρεαστεί. Κυρία αιχμή της κριτικής του εναντία στο μνημόνιο,  είναι όχι το ότι οδηγεί την κοινωνία στην εξαθλίωση, όσο το ότι στερεί την εθνική κυριαρχία! Σαν αποτέλεσμα δεν αμφισβητεί τα χρέη που φορτώνονται στους ωμούς του κυπριακού λαού σαν άδικα και παράνομα, και προτείνει την πώληση φυσικού αερίου έτσι ώστε να ξεπληρωθούν τα χρέη!
Το ζήτημα όμως που μπαίνει μπροστά στους λαούς μέσα από αύτη την κρίση, δεν είναι πως θα βρεθούν τα δίς ευρώ για να ξεπληρωθούν τα χρέη των τραπεζών (24 δις ευρώ στην περίπτωση της Κύπρου) άλλα το πως θα σταματήσουν οι μηχανισμοί που απομυζούν διεθνώς τον πλούτο τον λαών. Έτσι, ακόμα και να βρεθούν τα 10 δις πολύ σύντομα οι πιο πάνω μηχανισμοί είναι σε θέση να μας φορτώσουν με άλλα τόσα χρέη όπως έγινε πρόσφατα με την περίπτωση της Λαϊκής μέσω E.L.A.. Αυτοί οι μηχανισμοί είναι οι ντόπιες και διεθνείς τράπεζες, τα χρηματιστήρια ,οι οίκοι αξιολόγησης αλλά και το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωζώνη, σαν οργανισμοί και μηχανισμοί, για τους οποίους ο Λιλλήκας δεν λέει κουβέντα. Αντίθετα αναπαράγει την οργή προς την Γερμανία, λες και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη από μόνοι τους σαν οργανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο μια και ο ίδιος όταν διετέλεσε υπουργός εμπορίου το 2004 με την κυβέρνηση Παπαδόπουλου εφάρμοσε Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες τελικά μας οδήγησαν στο να παραχωρήσουμε ένα κομμάτι της κυριαρχίας μας! Τον Απρίλη του 2004 συγκεκριμένα προσυπέγραψε το κλείσιμο του κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαιοειδών[1], σύμφωνα με οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και άφησε την Κύπρο έρμαιο στις ιδιωτικές εταιρίες πετρελαιοειδών και στη δική τους ευχέρεια να εισάγουν πετρελαιοειδή, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει η οικονομία!.
Την ίδια στιγμή, αντιφάσκει περί εθνικής κυριαρχίας, καθώς αναπτύσσει φρούδες ελπίδες σε άλλες «δυνάμεις»  πολύ πιθανό να εννοεί την Ρωσία και την Κίνα οι οποίες μπορούν να μας «βοηθήσουν». Κι αυτές οι δυνάμεις όμως θα έχουν απαιτήσεις τόσο οικονομικές όσο και κυριαρχικές προκειμένου να «βοηθήσουν» την οικονομία της Κύπρου. Αντί λοιπόν να υποταχθούμε στην Γερμανία δεν τον πειράζει να υποταχθούμε σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη, ενώ εκθειάζει τα Ρωσικά και άλλα κεφάλαια και κεφαλαιοκράτες λες και αυτοί δεν λειτουργούν με κύριο κριτήριό το δικό τους, και όχι της κοινωνίας, κέρδος.
Εντοπίζει στην διακήρυξη του την ανάγκη για να σταματήσει η πολιτική και κομματική διαπλοκή και να υπάρξει διαφάνεια στις κρατικές λειτουργιές, δεν λέει ούτε πως θα γίνει αυτό ούτε ποιος θα το κάνει. Η διαφθορά και η διαπλοκή είναι από ανέκαθεν κύριο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού.
Ο Λιλλήκας είναι στην πολιτική ζωή εδώ και μια εικοσαετία. Βουλευτής με το ΑΚΕΛ το 1996 και το 2001, υπουργός εμπορίου, βιομηχανίας και τουρισμού από το 2003 ως το 2006 και υπουργός εξωτερικών από το 2006-2007 στην Κυβέρνηση Παπαδόπουλου, ως μέλος του ΑΚΕΛ και μετά ως μέλος του ΔΗΚΟ, σύμβουλος του Παπαδόπουλου στις εκλογές του 2008. Σε όλη αυτή τη διάρκεια της πολιτικής του ζωής  δεν έγειρε ποτέ ζήτημα διαφάνειας. Πως τώρα ξαφνικά υιοθέτει τις πιο πάνω θέσεις;
Ενώ όμως κάνει κάποιες διαπιστώσεις όσο αφόρα την επίθεση που δέχεται ο κυπριακές λαός ,εντοπίζει το πρόβλημα στο ότι η εξαθλίωση που θα προκύψει από αύτη την κρίση θα χρησιμοποιηθεί για την επιβολή αντεθνικής λύσης του κυπριακού. Οι θέσεις του στο κυπριακό τον ταυτίζουν με τις δυνάμεις εκείνες που βλέπουν την λύση του κυπριακού όχι μέσα από την συνεννόηση και την συνεργασία με τους τουρκοκύπριους που αγωνίζονται για ανεξαρτησία, άλλα σε αντιπαράθεση με τους τ/κύπριους γενικά, τους οποίους θεωρούν την πέμπτη φάλαγγα της Τουρκικής άρχουσας τάξης. Με αυτές της θέσεις όχι μονό δεν έχει καμία πιθανότητα να βοηθήσει τους εργαζόμενους και την κοινωνία να αντιμετωπίσουν την επίθεση που δέχονται και να βγουν από την εξαθλίωση που τους οδηγεί άλλα το πιο πιθανό είναι να μας εμπλέξει σε εθνικές περιπέτειες μέσα από τις όποιες η εξαθλίωση θα μεγαλώσει.
Ο Λιλλήκας προβάλλεται σαν μια εναλλακτική αντιμνημονιακη δύναμη, λόγω της αδυναμίας το ΑΚΕΛ να προτείνει ένα πραγματικά αντιμνημονιακό -αντικαπιταλιστικό- διεθνιστικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της διεθνούς επίθεσης του κεφαλαίου. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι το μονό πρόγραμμα που πραγματικά μπορεί να αντιμετωπίσει τα μνημόνια και να βάλει τις βάσεις για νέα κοινωνική ανάπτυξη και πρόοδο. Όσο η αριστερά αρνείται ή αδυνατεί να υιοθετήσει και να προωθήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, πολιτικές προσωπικότητες όπως του Λιλλήκα θα προβάλλουν τον εαυτό σαν την εναλλακτική απάντηση που στην ουσία όμως είναι οι ίδιες δυνάμεις του συστήματος με διαφορετικό πρόσωπο.

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

ΑΚΕΛ,Εξοδος απο το Ευρώ, Διαφορετική θέση ιδια πολιτική


ΑΚΕΛ,Εξοδος απο το Ευρώ, Διαφορετική θέση ιδια πολιτική
Η πολύ-αναμενόμενη ανακοίνωση της απόφασης της κεντρικής επιτροπής του ΑΚΕΛ αντιμετωπίστηκε με ποικίλες αντιδράσεις γιατί είναι η Πρώτη φορά που μπαίνει επίσημα θέμα εξόδου από το ευρώ
πολλοί είναι αυτοί που σχολίασαν θετικά την πιο πάνω απόφαση.και πραγματικά η απόφαση της ηγεσία του Ακελ κάνει μερικές σωστές εκτιμήσεις, συγκεκριμένα αναφέρει; “Όπως προκύπτει από την επιστημονική μελέτη που είχαμε ενώπιον μας, τα αίτια της παρούσας κρίσης έχουν ως βασική αφετηρία από τη μια την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση, τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της οικονομικής λιτότητας και διαχείρισης του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης και από την άλλη τις ευθύνες του τραπεζικού τομέα στην Κύπρο. Με βάση όλα αυτά η επιστημονική ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μόνη επιλογή της Κύπρου είναι η λύση εκτός Δανειακής Σύμβασης και Μνημονίου. Η αναζήτηση μια τέτοιας λύσης το πιθανότερο ισοδυναμεί με απόφαση εξόδου της Κύπρου από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση του ευρώ.”
Εφόσον σωστά διαπιστώνει ότι η κρίση είναι συστηματική τα μέτρα για την αντιμετώπιση της θα έπρεπε να είναι μετρά εναντία στο σύστημα τέτοια μετρά είναι: η κρατικοποίηση των τραπεζών κάτω από εργατικό και κοινωνικό έλεγχο,η κρατικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας,η άρνηση πληρωμής του χρέους που φορτώνουν στους εργαζόμενους για να σωθεί το σύστημα και να συνεχίσουν να παίζουν τα παιχνίδια τους οι τραπεζίτες και οι χρηματιστές και άλλα παρόμοια μετρά . Τα πιο πάνω μετρά απουσιάζουν , γιατί απλά η ηγεσία του Ακελ εξακολουθεί να βλέπει την λύση των οικονομικών προβλημάτων μέσα στα πλαίσια του συστήματος.Αυτό είναι καταστροφικό τόσο για το Ακελ όσο και για τους εργαζόμενους και την κοινωνία. Η έξοδος από το Ευρώ χωρίς συνοδεύεται με μετρά που να περνούν τον έλεγχο των τραπεζών και της οικονομίας στην κοινωνία και τους εργαζόμενους και χωρίς να εξασφαλίζει την διαγραφή των χρεών που φορτώνονται σήμερα στις πλάτες των εργαζομένων, όχι μονό δεν θα λύσει τα προβλήματα της οικονομίας άλλα θα δημιουργήσει νέα αδιέξοδα και θα οδηγήσει σε απογοήτευση υποχώρηση και ήττα.
Η έλλειψη ταξικής προσέγγισης διαπερνά όλο το κείμενο της απόφασης της κεντρικής επιτροπής με αποτέλεσμα μια σειρά υποχωρήσεων όπως στο ποιος θα αποφασίσει την έξοδα στο ποιος θα την εφαρμόσει και που θα αναζητηθούν διεθνείς συμμαχίες
έτσι ενώ μιλά για ανάπτυξη στην βάση ενός νέου οικονομικού μοντέλου εννοεί την ανάπτυξη του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα δηλαδή την γεωργία και την βιομηχανία.
Αυτό ισχύει και στο ζήτημα του ποιος θα αποφασίσει και ποιος θα εφαρμόσει την έξοδο από το ευρώ.
Στην ουσία η θέση του Ακελ για έξοδο από το Ευρώ δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πρόταση για συζήτηση προς τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.Δηλαδή, το Ακελ θέλει την οριστική απόφαση να πάρουν όλα τα κόμματα μαζί. και μετά να την επιβεβαιώσουν με δημοψήφισμα. Συγκεκριμένα λέει. “Η Ολομέλεια της Κ.Ε. ΑΚΕΛ χωρίς να παραγνωρίζει τους κινδύνους και τις δυσκολίες υλοποίησης μια τέτοιας απόφασης, απευθύνεται στην Κυβέρνηση, στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις και στο σύνολο της κυπριακής κοινωνίας και θέτει ενώπιον τους την πρόταση για έναρξη ενός γόνιμου πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου προς αυτή την κατεύθυνση.”
δηλαδή η ηγεσία του Ακελ αναμένει από τον ΔΗ.ΣΥ και το ΔΗ.ΚΟ τα κόμματα του κεφαλαίου να συζητήσουν και να πάρουν μια απόφαση εναντία στα συμφέροντα που εκπροσωπούν.Ακόμα δημιουργεί ψευδαισθήσεις ότι οι κεφαλαιοκράτες και τα κόμματα που τους εκφράζουν μπορούν να βάλουν το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου πάνω από τα συμφέροντα τους.Η κυπριακή άρχουσα τάξη παρά το ότι δέχτηκε σημαντικό κτύπημα από τους ευρωπαίους συμμάχους της, αύτη την στιγμή έχει δεχτεί την κατάσταση και ετοιμάζεται σε συνεργασία μαζί τους να μετακυλήσει την καταστροφή στις πλάτες των εργαζομένων μέσα από μειώσεις μισθών και κοινωνικών παροχών, φορολογιών και ιδιωτικοποιήσεων .Ξέρει πως για να το καταφέρει αυτό χρειάζεται και το Ευρώ Και την ευρωπαϊκή ένωση γι αυτό και θα παλέψει για την παραμονή στο Ευρώ.
Η απόφαση της ΚΕ του Ακελ μιλά για συμφωνημένη έξοδο από το Ευρώ, κάτι τέτοιο όμως θα σημαίνει και πάλι την επιβολή των όρων της ΕΕ με πιο σημαντικό αυτών της πληρωμής του χρέους.
Ακόμα η απόφαση εντοπίζει την ανάγκη σύναψης διεθνών συμμαχιών για την αντιμετώπιση τόσο όλων αυτών που είναι εναντία στην έξοδο όσο και μιας πιθανής αντίδρασης της Τουρκιάς σε σχέση με το αέριο.Όμως δεν συγκεκριμενοποιεί ποιοι είναι οι δυνητικοί σύμμαχοι μας. Δηλαδή; θα μπορούσε να είναι και το Ισραήλ,η και η Ελλάδα του Σαμαρά,η η Ισπανία του Ραχοΐ; Μια ταξική προσέγγιση πάνω στο ζήτημα απαιτεί το κτίσιμο συνεργασίας και συμμαχίας με τους εργαζόμενους και τους Λαούς της περιοχής αλλά και της Ευρώπης που και αυτοί αγωνίζονται εναντία στην επίθεση που έχει εξαπολύσει ο διεθνής καπιταλισμός.
Για χρονιά η ηγεσία του Ακελ δικαιολογούσε την άρνηση της να προχωρήσει σε σύγκρουση με το κεφαλαίο λέγοντας ότι είμαστε λίγοι και μονοί.Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στις χώρες της Ευρώπης εναντία στα μέτρα λιτότητας αλλά και των Λαών της περιοχής την προηγούμενη περίοδο έδειξαν ότι ούτε λίγοι ούτε μονοί είμαστε.Αυτό που λείπει είναι μια διεθνής επαναστατική οργάνωση που να συντονίσει και να ηγηθεί αυτών των αγώνων με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού.
Το Ακελ με την θέση του για έξοδο από το Ευρώ προσπαθεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι προωθεί ριζοσπαστικές λύσεις την στιγμή που παραμένει δεμένο στα πλαίσια του συστήματος.για την επομένη περίοδο θα εξακολουθήσει να προσπαθεί το ακατόρθωτο να υποστηρίξει τα συμφέροντα των εργαζομένων μέσα στα πλαίσια του συστήματος